αύω

(I)
αὔω (Α)
ανάβω φωτιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η σημασία του ρ. αύω, η σχετική με τη φωτιά, διαφέρει από τη σημασία των συνθέτων του
πρβλ. εξαύω «εξάγω, βγάζω», εξαύσαι «εξελείν» (Η σύχ.), καταύω «καθαιρώ, καταστρέφω», καταύσαι «καταντλήσαι, καταδύσαι» και καθαύσαι «αφανίσαι» (Ησύχ.), πράγμα που αποδεικνύει πιθ. ότι πρόκειται για υστερογενή σημασία και ότι το ρ. αύω προήλθε από *αύσω ή *αύσyω και ανάγεται στη ρίζα *aus- «αντλώ». Κανονικά δηλ. πρέπει να υπήρξε ρ. *αύω «αντλώ» < *αύσω με πρόληψη της δασύτητας (πρβλ. και καθαύσαι), το οποίο υπέστη ψίλωση και συνδέεται με λατ. hauriō «αντλώ» (με υστερογενές h-), με αρχ. ισλ. ausa «αντλώ» κ.λπ. Επίσης δεν αποκλείεται να συγγενεύει με το ρ. αφύσσω «αντλώ»].
————————
(II)
αὔω (Α)
1. φωνάζω δυνατά, κραυγάζω
2. (για πράγματα) ηχώ, βροντώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική λ. άγνωστης ετυμολ., που απαντά κυρίως στον Όμηρο και σπανιότερα στους Τραγικούς (Αισχύλ., Σοφ.) Πρόκειται για εκφραστικό τ., που θα πρέπει να οφείλεται σε ηχομιμητικό σχηματισμό, ενώ δεν αποκλείεται η ετυμολογική συνάφεια της λ. με τα ιυγή «κραυγή, φωνή», ιύζω «κραυγάζω, βοώ»].
————————
αὕω (Α)
ξηραίνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λέξη μαρτυρείται στον Ηρωδιανό και οφείλεται πιθ. σε αρχαίο μετονοματικό σχηματισμό από τ. αύος. Μπορεί ακόμη να συσχετισθεί με το αφαύω «(απο)ξηραίνω» (Αριστοτ.) και πιθ. με το προσαύω «ανάβω, (προσ)καίω» (Σοφ.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αὔω — 1 get a light pres subj act 1st sg αὔω 1 get a light pres ind act 1st sg αὔω 2 cry out pres subj act 1st sg αὔω 2 cry out pres ind act 1st sg αὔως fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὔως fem acc sg (aeolic) αὖος dry masc/neut nom/voc/acc dual… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὕω — αὔω 1 get a light pres subj act 1st sg (attic) αὔω 1 get a light pres ind act 1st sg (attic) αὖος dry masc/neut nom/voc/acc dual (attic) αὖος dry masc/neut gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὖον — αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd pl (doric) αὔω 1 get a light imperf ind act 1st sg (doric) αὔω 1 get a light pres part act masc voc sg αὔω 1 get a light pres part act neut nom/voc/acc sg αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd pl (homeric… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔου — αὔω 1 get a light imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) αὔω 1 get a light pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) αὔω 1 get a light imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) αὔω 2 cry out imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) αὔω 2 cry out… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔῃ — αὔω 1 get a light pres subj mp 2nd sg αὔω 1 get a light pres ind mp 2nd sg αὔω 1 get a light pres subj act 3rd sg αὔω 2 cry out pres subj mp 2nd sg αὔω 2 cry out pres ind mp 2nd sg αὔω 2 cry out pres subj act 3rd sg αὖος dry fem dat sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὖε — αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd sg (doric) αὔω 1 get a light pres imperat act 2nd sg αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) αὔω 2 cry out imperf ind act 3rd sg (doric) αὔω 2 cry out pres imperat act 2nd sg αὔω 2 cry out… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὗον — αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd pl (attic doric) αὔω 1 get a light imperf ind act 1st sg (attic doric) αὔω 1 get a light pres part act masc voc sg (attic) αὔω 1 get a light pres part act neut nom/voc/acc sg (attic) αὔω 1 get a light imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔει — αὔω 1 get a light pres ind mp 2nd sg αὔω 1 get a light pres ind act 3rd sg αὔω 2 cry out pres ind mp 2nd sg αὔω 2 cry out pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔουσι — αὔω 1 get a light pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αὔω 1 get a light pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) αὔω 2 cry out pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) αὔω 2 cry out pres ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὖεν — αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd sg (doric) αὔω 1 get a light imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) αὔω 2 cry out imperf ind act 3rd sg (doric) αὔω 2 cry out imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.